Λεμονανθοί στο πέλαγο
Γεννήθηκα
σε χώματα νησιωτικά
απλωμένοι
λεμονανθοί στο πέλαγο
Στη
πλώρη ένα ποδήλατο
άφηνε
πεταλιές στο αύριο
κι
ο ποδηλάτης στο κατάρτι
αγνάντευε
τα βάθη των ονείρων
Η
θάλασσα λαμπύριζε πράσινη
κι
έσμιγε με τις λεμονιές
και
τις βιολέτες της αυλής
Που
σε μεθούσαν άνοιξη.
Στις
πίσω σελίδες των βιβλίων
Ζωγραφίζαμε
με ξυλομπογιές
εικόνες
της παιδικής μας φαντασίας
ξεχνώντας
την αιώνια αδυσώπητη μοίρα
Η αβάσταχτη αρμονία των αρωμάτων
Δεν
άντεξε στο χρόνο
Η
γης χαράχτηκε σε δυό κομμάτια
Κι
εμείς αναζητάμε στίχους
Να
χτίσουμε μια γέφυρα ανάμεσα.
Λεμονιά στο συρματόπλεγμα
Η
μνήμη λυπημένη
χαράζει
τον Ιούλη
βαθιά
στις φλέβες του
κι
αφήνει ένα δάκρυ
σε
ρημαγμένα σπίτια
τυλιγμένα
σε αναρριχώμενα
συρματοπλέγματα
και
στο άρωμα της λεμονιάς
που
περιπλανιέται απορημένο.
Το
γιασεμί μου στην αυλή
θολό
μέσα στο χρόνο
ανθοβολεί
ακόμα πίκρα.
Σιωπηλός Ιούλης
Στην Ευτυχία Κaρακόκκινου
Μέτρησα ξανά
τους ήχους
που
σημάδεψαν ζωές.
Μου βγήκανε
φέτος τριάντα έξη.
Θυμάσαι;
Η βοή απ
ουρανό και θάλασσα.
Ο θάνατος
που
σημαδεύει με το δάκτυλο.
Η αγωνία για
το χρώμα της φρίκης.
Οι κραυγές
της Εκάβης
Ο θρήνος σου
Κι ύστερα η
σιωπή
των
διαχωριστικών γραμμών…
Μόνο το
πικραμένο σου χαμόγελο
λείπει…
Ιούλης 2010
Ο Ιούλης πάντα καίει
Ο Ιούλης
πάντα έκαιγε
από τότε που
το συρματόπλεγμα
τυλίχτηκε
στον ήλιο
και
σκίασε αμείλιχτα
το άρωμα των
λεμονανθών,
το αρχαίο
καράβι του Κάστρου,
και την άμμο
που λαμπίριζε στο λιμάνι
ως το
ακρωτήρι με την εκκλησιά.
Ο Ιούλης
πάντα καίει
στη μοναξιά
των πέντε λόφων
θαμπώνει τα μάτια μας
κι οι χαραγμένες χούφτες μας
ανοίγουν
άδειες από το χώμα της αυλής
που πλάθαμε
λάσπη κι όνειρα
και
μετρούσαμε τον έρωτα
με κλεμμένα
φιλιά.
Διαδρομές χωρίς συρματόπλεγμα
Στον Γιάννη Ποδηναρά
Περπατήσαμε,
πέρα απ’ το
συρματόπλεγμα
στην
απαγορευμένη διαδρομή
αναμετρώντας
φόβους παλιούς
κάτω απ’ τον
ίδιο ουρανό το ίδιο ήλιο.
Αναζητήσαμε,
σε δρόμους
ξεχασμένους,
στα
μισογκρεμισμένα όνειρα,
τα ματωμένα
σημάδια
που χάραξαν
τη καρδιά του Ιούλη
Αντικρίσαμε
πίσω από τη
μάσκα του εφιάλτη
δυο αθώα
μάτια παιδικά,
απορημένα
από τ’ ανίερα παιγνίδια
ενός
παράλογου θεάτρου σκιών.
Δέσαμε
το χτες σ
ένα άλλο σήμερα.
Τα βλέμματα
παιδιών κυρίαρχα
να απλωθούν
παντού στην ίδια γη
σε διαδρομές
χωρίς συρματόπλεγμα.
Κατεχόμενη
Λευκωσία 2010
Σαν ξωτικό
Εκείνον τον
Ιούλη
το μεταξένιο
πέπλο
που κένταγες
τις νύχτες
απλώθηκε
πάνω από τα όνειρα
να σου
χαρίσει τη χαρά
έτσι όπως το
σχεδιάσανε
οι μοίρες
της ζωής σου.
Λευκές
δαντέλες, γιασεμιά
μια λαμπάδα
κατάλευκη
δίπλα
στο τραπέζι του χορού
κι εσύ
βασίλισσα σαν από παραμύθι.
Εκείνον τον
Ιούλη
οι τρεις
θεές που όριζαν
τα πεπρωμένα
του θανάτου
χάραξαν
στους χάρτες τη γραμμή
κι από τη θάλασσα ξεχύθηκε φωτιά
με κόκκινα
χέρια σαν μαχαίρια
έκοψε το
αύριο και τη χαρά στα δυο,
από το ματωμένο γέλιο κύλισε δάκρυ.
Κι εσύ
διωγμένη απ τη γιορτή
τριγύρναγες
στο δάσος σαν ξωτικό
και γέλαγες
απεγνωσμένα.
Οδοιπορικό
Ο χρόνος
σταμάτησε
στη εποχή
της θλίψης
κι άφησε ένα
δάκρυ
να μουσκεύει
τη μνήμη
σε κάθε
οδοιπορικό
πίσω απ’ το
συρματόπλεγμα.
Ανεκπλήρωτα
Ένα ταξίδι
πέρα από τα
σύνορα
των ονείρων
Εκεί που η
ψυχή αφήνεται
να αιωρείται
ανάμεσα
σε
ανεκπλήρωτες
επιθυμίες
δρόμων που
δεν
περπατήθηκαν
και στιγμών
που σβήστηκαν
από κόκκινη
βροχή
Ένα ταξίδι
κι' ένα χάδι
σ' αυτά που
δεν έζησες
Τ ' αγγίζεις
τα βουτάς
στη καρδιά σου
κι αφήνεσαι
στο μεθύσι
των
συναισθημάτων
και της
λεμονιάς.
Μόρφου, 2008
Βούττημα ήλιου
Βούττημα
ήλιου
στη θάλασσα
που μας γέννησε
ένα χάδι
τρυφερό
στους
δρόμους που μας μεγάλωσαν
με τ’ άρωμα
της λεμονιάς.
Βούττημα
ήλιου
σ’ ένα
ταξίδι της ψυχής
ν απλώσουμε
το δάκρυ μας
από του
Μόρφου στην Πεντάγια
κι απ’ το
Ξερό στο θέατρο των Σόλων.
Βούττημα
ήλιου
σε
χαραγμένες μνήμες του Ιούλη
σε όνειρα
που άλλαξαν διαδρομή
σε
μισογκρεμισμένα σπίτια
που είναι εκεί και μας προσμένουν.
Μόρφου
Οι δρόμοι το
ίδιο στενοί
μ’ ονόματα αλλαγμένα
Βήματα ξένα
τους περπατούν
κι οι πόρτες
των σπιτιών
τρίζουν
απορημένες.
Μες στις
αυλές τα γιασεμιά
είναι πάντα
μαραμένα
χωρίς
αγγίγματα των χεριών
που κάποτε
τα τραγουδούσαν.
Οδός Πραξιτέλους
Σε μια
στροφή του χρόνου συνάντησα
τα
απομεινάρια του παράδεισου μου.
Η πόρτα κιτρινισμένη από αφροντισιά
και τα
παντζούρια ξεφτισμένα
μόλις που
θύμιζαν το πράσινο τους χρώμα.
Ο δρόμος
γεμάτος ξένες πατημασιές
και τα παλιά
μας βήματα σβησμένα.
Τα αθώα
μάτια τα παιδικά
που έπαιζαν
μπάλα στις αλάνες
κρυφτήκανε
πίσω από σκοτεινές σκιές.
Οι
αυλές βουβές από φωνές
πάγωσαν τη
χαρά του Ορέστη
όταν
ξαναβρήκε την Ιφιγένεια.
Άπλωσα τη
ψυχή μου παντού
να βρω
σημάδια από το χτες.
Βρήκα
μονάχα ξέφτια από όνειρα
και τα παραθυρόφυλλα λυπημένα.
Τα χρώματα
χαθήκανε στο χρόνο
θυμίζοντας
μου το παράδεισο
που δεν με
περιμένει πια.
Μόρφου
2007
Σπασμένο τζάμι
ένα σπασμένο
τζάμι στο παράθυρο
ένα κομμάτι
του χτες
ένα μισογκρεμισμένο σπίτι
μια ρωγμή
εγκατάλειψης
ένα
συρματόπλεγμα στο χώμα
ένα χάραγμα
της μνήμης
ένας
απορημένος ουρανός
μια γη
χωρισμένη στα δυό
κι απ’ τις
δυό πλευρές
οι άνθρωποι
σμίγουν ματιές
Το παλιό τραπεζομάντηλο
Ξαναγύρισα
Χωρίς
εκτοπισμένες μνήμες
Ήταν
όλα εκεί
Μια
ανοικτή πληγή
Που
περιμένει καρτερικά
Να
τη ραντίσεις
Σταγόνες
από δάκρυ χαμομηλιού.
Όλα
στην ίδια θέση πίκρας
Και
στο τραπέζι στρωμένο
Εκείνο
το παλιό τραπεζομάντηλο
Με
τις κόκκινες ρίγες
Με
περιμένει πάντα
Για
ένα τελευταίο δείπνο
Αποχαιρετισμού.
Απολιθωμένη μνήμη
Άδειοι τοίχοι ξεφτισμένοι,
τα παλιά
πορτραίτα
ξαναγύρισαν
στους τάφους,
η θάλασσα με
τα όνειρα
ρουφήχτηκε
απ’ το θεριό της λίμνης,
τα έπιπλα κάηκαν στη πυρά
μαζί με τις
μάγισσες της νύχτας
κι η στάχτη
τους σκορπίστηκε
στα τέσσερα
σημεία της ανάσας μου
να αναπνέω
απολιθωμένη μνήμη.
Κλεμμένο πορτοκάλι
Ζωγραφίζαμε
τις αυλές
με ανυπόμονες
ματιές,
μακραίναμε
το χρόνο
ανάμεσα στις
ανάσες
δυο βιβλίων
ιστορίας,
γνέθαμε τον
έρωτα
στα μπλε
τετράδια
εκεί που
κρύβαμε τα μυστικά μας,
και στο
εξώφυλλο της καρδιάς
πλάθαμε με
πηλό τα όνειρα
σε χρώμα
κλεμμένου πορτοκαλιού
από τον κήπο
δίπλα στο σχολείο.
Ύστερα ήρθε
απρόσμενα
μια κόκκινη
καταιγίδα, φονική
τα έκλεψε
όλα
και μας
άφησε μονάχα
φλούδες
αναμνήσεις.
Κάτω απ’ το θλιμμένο βλέμμα
Στη Νέλλη, τη Μάρω, τον
Γιάννη, το Στέλιο
Ζωγραφίσαμε
εικόνες
με λέξεις
βουτηγμένες
στα χρόνια
εκείνα
που το γέλιο
της άνοιξης
ήταν κομμάτι
της ψυχής μας.
Βάλαμε
χρώματα λαμπερά
σαν τα μάτια
παιδιών
που κρατάνε
στη χούφτα τη ζωή
κι έχουν τη
σιγουριά
πως τα πάντα
είναι δικά τους.
Οι θαμπές
πινελιές
μέσα
από το σήμερα
καθόλου
δεν χάλασαν
τη λάμψη απ'
το ζωντάνεμα
των
όμορφων στιγμών μας.
Μόνο τις
καρδιές μας θόλωσαν
τα όνειρα
που γεννήθηκαν
στην
αυλή του σχολείου
στα στενά
δρομάκια της γειτονιάς
στο άρωμα
πορτοκαλιών τ' Απρίλη.
Χαράξαμε στη
μνήμη
ότι δεν κιτρίνισε ποτέ
και γράψαμε
τα ονόματα μας
κάτω από το
θλιμμένο βλέμμα
του τόπου
που μας έκλεψαν.
Αρχαίο καράβι
Το καράβι
αραγμένο
μες στη καρδιά του κάστρου
περιμένει δυόμιση χιλιάδες χρόνια
να σηκώσει
μεταξένια πανιά
με ναύτες απ τους λαούς του τόπου
για να
αρμενίσει στην ελευθερία.
Αναδυομένη
Μια στιγμή,
μονάχα μια
στιγμή,
στις όχθες
του ονείρου
ν απλώσουμε
τις λέξεις μας
που
μούσκεψαν
στο φως του
φεγγαριού,
να
μετρήσουμε
τις σταγόνες
και τις μέρες
που
ταξιδεύουν χωρίς πυξίδα
και με τα
χρώματα της ίριδας
να βάψουμε σ
ένα νησί
τη
ξεφτισμένη βάρκα
που τη λένε
Αφροδίτη .
Στον αστερισμό της παρακμής
Ζούμε στον
αστερισμό
της παρακμής
Τα φεγγάρια
ψεύτικα
αντιφεγγίζουν
σε παγωμένα
βλέμματα
κι ανίερους
κανόνες.
Ο ήλιος δεν
ζεσταίνει
την ανάσα
των δέντρων
μονάχα
κρύβεται
πίσω από
μαύρους καπνούς
συρματοπλέγματα
και λόγια
υποκρισίας.
Το σκοτάδι
σβήνει το
χαμόγελο
αφήνει μια
χαρακιά
κι' εμείς
ανήμποροι
μέσα σε
αδιέξοδες διαδρομές
αναζητούμε
το φως της ανατολής.
Αποδοχή
Η γης
πικράθηκε
από τ’ ατσάλινα χωρίσματα
που κόψανε
το ποίημα στα δυό.
Κι εμείς
χρόνια μετά,
σαν
ανταμώσαμε στη γιορτή
σμίξαμε τα
χέρια
κι
ονειρευτήκαμε
να
ξαναγράψουμε τους στίχους
σ ‘ένα καμβά
ελπίδας
με άνθη
λεμονιάς κι αγιόκλημα
ανάμεσα στις
λέξεις
και να τους
δέσουμε
με το
χαμόγελο της ειρήνης
να μην
χωριστεί ξανά
μήτε η γης
μήτε το ποίημα.
Θ’ ανταμώσουμε ξανά
Θ’
ανταμώσουμε ξανά
στα
χαλάσματα που μας προσμένουν
μέσα σε
σιωπή εγκατάλειψης
και στα
λυπημένα ακρογιάλια
με το
πνιγμένο γέλιο των παιδιών.
Θ
ανταμώσουμε ξανά
γύρω από ένα
ψάθινο πανέρι
γεμάτο
πικραμένους λεμονανθούς
και πάνω στη
μισογκρεμισμένη αποβάθρα
που βούλιαξε
τα ταξίδια μας.
Θ ανταμώσουμε
ξανά
κάτω από τον
αστόλιστο Επιτάφιο
που
περιφέρεται στα όνειρα μας
και θ’
αναζητήσουμε χωρίς φιλί
μια έσχατη
Ανάσταση.
Το παραμύθι τέλειωσε
Κλείσε το
βιβλίο
το παραμύθι
τέλειωσε
η προσμονή
χωρίς τέλος
όσοι
απομείναμε
μετράμε χαρακιές
στη καρδιά
του καλοκαιριού
και γραμμές
στην ιστορία
πράσινες,
κόκκινες…
σκοτάδι.